ἐπόπτης


ἐπόπτης
ἐπ-όπτης, , der etwas ansieht, beschaut, Zuschauer, Aufseher; Πυϑῶνος ἐπόπται heißen Apollo u. Artemis. Der zum dritten u. höchsten Grade in den eleusinischen Mysterien Gelangte, der Schauende

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ἐπόπτης — overseer masc nom sg ἐποπτάω roast besides pres ind act 2nd sg ἐποπτάω roast besides pres ind act 2nd sg ἐποπτάω roast besides imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) ἐποπτάω roast besides imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επόπτης — ο (θηλ. επόπτρια και επόπτις) (AM ἐπόπτης θηλ. Α ἐπόπτις Μ ἐπόπτρια) αυτός που εποπτεύει τη λειτουργία, τη διεξαγωγή, την τήρηση έργου, εργασίας κ.λπ. (α. «επόπτης εκπαιδεύσεως» β. «ἧς καὶ Ἀρχιμήδης ἧν ὁ γεωμέτρης ἐπόπτης [νεώς]», Αθήν.) αρχ. μσν …   Dictionary of Greek

  • επόπτης — ο θηλ. όπτρια αυτός που εποπτεύει, που επιβλέπει να διεξάγεται καλά έργο ή υπηρεσία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπόπται — ἐπόπτης overseer masc nom/voc pl ἐπόπτᾱͅ , ἐπόπτης overseer masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Эпопт — (έπόπτης = созерцатель) в греческих мистериях лицо, получившее высшую степень посвящения и допускавшееся к созерцанию драматических представлений, сюжетом которых служили события из жизни богов, имевшие отношение к сказаниям об учреждении… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • ЭПОПТ —    • Έπόπτης,          см. Eleusinia, Элевсинский культ …   Реальный словарь классических древностей

  • ἐποπτᾶν — ἐπόπτης overseer masc gen pl (doric aeolic) ἐποπτάω roast besides pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἐποπτάω roast besides pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἐποπτάω roast besides pres part act masc nom sg (doric aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποπτῶν — ἐπόπτης overseer masc gen pl ἐποπτάω roast besides pres part act masc voc sg ἐποπτάω roast besides pres part act neut nom/voc/acc sg ἐποπτάω roast besides pres part act masc nom sg (attic epic ionic) ἐποπτάω roast besides pres part act masc nom… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπόπταις — ἐπόπτης overseer masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπόπτην — ἐπόπτης overseer masc acc sg (attic epic ionic) ἐποπτάω roast besides imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) ἐποπτάω roast besides imperf ind act 1st sg (homeric ionic) ἐποπτάω roast besides imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) ἐποπτάω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπόπτῃ — ἐπόπτης overseer masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.